ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑΤΑ

Κυθρεώτικο κραμπί: Προέλευση, καλλιέργεια και παραδοσιακές συνταγές

Η Κυθρέα και το κραμπί της είναι σχεδόν συνώνυμα. Το κυθρεώτικο κραμπί, που ζύγιζε μέχρι και 8 οκάδες (10 κιλά) δεν καλλιεργούνταν μόνο σε μεγάλες ποσότητες, αλλά ήταν κατά γενική ομολογία εξαιρετικής ποιότητας και με ξεχωριστή γεύση. Είναι εκείνο το προϊόν που έκανε ονομαστή την Κυθρέα σ’ όλα τα μέρη της Κύπρου, αλλά και τους Κυθρεώτες περήφανους για τους εκλεκτούς καρπούς της γης τους. Πολλές είναι οι νοικοκυρές που κάθε χρόνο τέτοια περίοδο, λίγο πριν τη Σαρακοστή, μπαίνουν στην κουζίνα για να φτιάξουν την παραδοσιακή μούγκρα, διατηρώντας έτσι μια πρακτική που πέρασε από γενιά σε γενιά, παρά τον ξεριζωμό και την προσφυγοποίηση του κόσμου μας.

Η ιστορία του κραμπιού πάει πολύ πίσω. Σύμφωνα με τον Κώστα Π. Κύρρη, το κραμβί εισήχθηκε στην Ευρώπη το 1604 από Κυθρεώτες εμπόρους. Οι Ευρωπαίοι επιστήμονες Kotschy, Thompson και Gaudry αναφέρουν σε εκδόσεις του 1855 και του 1865 ότι τα λαχανικά αυτά καλλιεργούνταν στην Κύπρο, στην περιοχή της Κυθρέας. Σύμφωνα με τον Κυθρεώτη βιολόγο δρα Χρίστο Γεωργιάδη, χρωματοσωμικοί παραλληλισμοί ήδη από τη δεκαετία του 1960 οδηγούσαν στη θέση ότι το είδος Brassica hilarionis, που απαντάται σε ρωγμές αβεστολίθων στην περιοχή Χαλεύκας και Γιαϊλά (ακολουθία Κερύνειας) παρουσιάζει τεράστια γενετική συγγένεια και αποτελεί πιθανότατα τον άγριο πρόγονο τόσο του κουνουπιδιού όσο και του κυθρεώτικου κραμπιού, από το οποίο προέκυψαν στη συνέχεια πλήθος καλλιεργούμενων ποικιλιών και παραλλαγών. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι η Κυθρέα υπήρξε για αιώνες συνώνυμη του κραμπιού και ότι η ποικιλία του μεγάλου σε μέγεθος κραμπιού (giant cabbage) φέρει το όνομα «κραμπί τζυρκώτικο».

Το κραμπί έχει μεγάλη θρεπτική αξία και τρώγεται τόσο φρέσκο, αναμεμειγμένο με άλλα είδη σαλατικών, όσο και βραστό στην περίφημη παραδοσιακή κραμπόσουπα με την προσθήκη γνήσιου ελαιόλαδου και χυμού κιτρομήλου ή λεμονιού.

Σύμφωνα με τον Χριστόδουλο Πέτσα, ο οποίος αναφέρθηκε λεπτομερώς στην καλλιέργεια του κραμπιού και στους Κυθρεώτες παραγωγούς του στη μελέτη του για τις εποχιακές καλλιέργειες (Ελεύθερη Κυθρέα τχ. 15, 1982 και αναδημοσιευμένη στο Κυθρέας Κάτοπτρον, Λευκωσία 2021), οι σπόροι σπείρονταν τον Ιούνιο σε χωράφι που δίπλα του έτρεχε τακτικά νερό, σε βαθειά καλλιεργημένο έδαφος απαλλαγμένο από βώλους. Όταν αναπτύσσονταν τα σπορόφυτα των κραμπιών, τέλη του Ιούλη με αρχές Αυγούστου, άρχιζε η μεταφύτευσή τους σε χωράφι που είχε κοπρισθεί και στο οποίο είχαν φυτευθεί προηγουμένως κουκιά. Μετά τη φύτευση και το πότισμα που γινόταν 3-4 μέρες αργότερα, τα φυτά έπρεπε να ποτίζονται κάθε 8 μέρες μέχρι την εποχή που θα έπεφταν οι πρώτες φθινοπωρινές βροχές. Τα πρώτα κραμπιά τύλιγαν και έβγαιναν στα μέσα του Νιόβρη, μετά τις σήκωσες του σαρανταημέρου. Κόβονταν αμέσως μετά το σφίξιμο για ν’ αποφευχθεί το σπάσιμό τους και το επόμενο πρωί φορτώνονταν σε ζώα και μεταφέρονταν κάτω από δύσκολες πολλές φορές καιρικές συνθήκες στη Λευκωσία.

Κυθρεώτες παραγωγοί κραμπιών ήταν: ο Γιαννακός Ανδρονίκου, ο Μιχάλης Σίμου, ο Μιχάλης Αντωνάτζη, ο Γιωσηφής Αντωνάτζη, ο Πετράκης Χ’’ Λούκα, ο Κλεινής Κολιός, ο Χ’’ Κώστας Κολιός, ο Μιχάλης Πελετειές, ο Φώτης Αδαμίδης, ο Κωστής Βασίλη (Φελλάς), ο Κωστής Ταζέτικος, ο Δώρος, ο Αντώνης Ταλιαδώρος, ο Μιχάλης Ταλιαδώρος από τη Χρυσίδα, ο Νίκος Μάρκου, ο Χ’’ Ανδρέας Σοφοκλέους από το Νέο Χωριό, ο Θεοχάρης Σταυράκη και ο Αχιλλέας Πέτσας από τη Βώνη.

Η κατανάλωση της παραγωγής των κραμβιών της Κυθρέας στην τρίτη και τέταρτη δεκαετία του 20ού αιώνα δεν στηριζόταν μόνο στην αγορά της Λευκωσίας. Μεγάλη αγορά εξασφαλιζόταν και από το συγκοινωνιακό πέρασμα που είχε η Κυθρέα στον δρόμο που ένωνε την πρωτεύουσα με την Αμμόχωστο μέσω Τρικώμου. Στο πέρασμά τους σταματούσαν όλοι οι επιβάτες των αυτοκινήτων και αγόραζαν κραμπιά από την Κυθρέα για οικογενειακή κατανάλωση. Στις πλευρές του δρόμου έστηναν σωρούς οι παραγωγοί τα κραμπιά τους κι ένα μέλος της οικογένειας επέβλεπε την πώλησή τους.

Η φήμη που είχαν τα κραμπιά της Κυθρέας προσέλκυσε την προσοχή πολλών που επιδίωξαν να τα καλλιεργήσουν στα μέρη τους, όπου διέθεταν νερά. Κατέφευγαν λοιπόν στην Κυθρέα για να προμηθευτούν “λασάνια”, σπορόφυτα κραμπιών. Με τη ζήτηση αυτή οι Κυθρεώτες επιδόθηκαν συστηματικότερα στην παραγωγή σπορόφυτων κραμπιών και υπήρχαν αποκλειστικοί παραγωγοί που είχαν ένα καλό εισόδημα. Με τον τρόπο αυτό τα σπορόφυτα της Κυθρέας έφτασαν στα Λιμνόσερκα, στα Κοκκινοχώρια, στα μέρη του Καρπασιού και στην Πιτσιλιά.

Όταν πλησίαζε στα μέσα Φεβρουαρίου να τελειώσει η παραγωγή τους, οι Κυθρεώτισσες συνήθιζαν να παρασκευάζουν τη μούγκρα, έθιμο που αρκετές νοικοκυρές διατηρούν μέχρι σήμερα. Αρχικά ετοιμαζόταν μια οκά ζυμάρι με το ανάλογο προζύμι και προσθήκη αλατιού. Το ζυμάρι αυτό έπρεπε να μείνει 5-6 μέρες για να πάρει ικανοποιητική ξινάδα. Όταν το ζυμάρι έπαιρνε αυτή την ξινάδα, τότε ήταν καιρός να κοπούν τα κραμπιά. Αφαιρούσαν πρώτα τα εξωτερικά φύλλα και έκοβαν τα άσπρα εσωτερικά φύλλα, τα οποία τοποθετούσαν σε μπόλικο βραστό, αλατισμένο νερό για μερικά λεπτά μέχρι να «μαράνουν». Στη συνέχεια έπαιρναν το ξινισμένο ζυμάρι και προσέθεταν σ’ αυτό χλιαρό νερό μέχρι να πάρει τη μορφή χυλού. Κατόπιν βύθιζαν τα φύλλα του κραμπιού στον χυλό και αφού τα έβγαζαν τα άρτυζαν κι από τις δύο πλευρές με κοπανισμένο σινάπι, στο οποίο είχε προστεθεί και αλάτι. Έπειτα τοποθετούνταν ένα-ένα τεμάχιο των φύλλων σε γυάλινα δοχεία (περσιάνες) μέχρις ότου γεμίσουν μέχρι πάνω και περιχύνετο μέσα χυλός μέχρι να σκεπάσει όλα τα φύλλα. Η μούγκρα έμενε στις φιάλες ακόμη 3-4 μέρες για να γίνει η ζύμωση του σιναπιού με το ζυμάρι και να πάρουν τα φύλλα από τη μια την αψάδα του σιναπιού και από την άλλη την ξινάδα που απέκτησε το ζυμάρι. Στα δοχεία μπορούσε να μείνει μέχρι 40 μέρες και καταναλωνόταν συνήθως την περίοδο της Σαρακοστής ως ορεκτικό.

Ο Δήμος Κυθρέας σε συνεργασία με τα κοινοτικά συμβούλια Παλαικύθρου, Βώνης, Τραχωνίου και Νέου Χωρίου, καθώς και με τον Όμιλο Γυναικών Περιοχής Κυθρέας και τον Όμιλο Γυναικών Νέου Χωρίου Κυθρέας, με συντονίστρια την ερευνήτρια Ανθή Πέτσα Σαββίδου, έχει υποβάλει αίτηση εγγραφής του κραμπιού, της κραμπόσουπας και της μούγκρας στον Εθνικό Κατάλογο Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO και εργάζεται συστηματικά για προβολή και διατήρησή του στην προσφυγιά. Για τον σκοπό αυτό έχει γίνει έρευνα και καταγραφή των κραμπερών στην ελεύθερη Κύπρο, καθώς και βιντεογράφηση της παρασκευής μούγκρας και κραμπόσουπας από τις Κυθρεώτισσες Μαρούλα Ποφαΐδου Παράσχου, Ανθή Πέτσα Σαββίδου και μακ. Κυριακού Πηγιώτη. Πολλοί είναι οι Κυθρεώτες που εκπαιδεύουν τη νέα γενιά στην παρασκευή μούγκρας και κραμπόσουπας, ώστε το τοπικό αυτό έθιμο της Κυθρέας να διατηρηθεί ως κομμάτι της πλούσιας ιστορίας και πολιτιστικής της κληρονομιάς.