ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑΤΑ

Ο συνταγματάρχης Φώτιος Πανταζής (1867-1929)

Κωστής Κοκκινόφτας, Ελεύθερη Κυθρέα, τ. 92 (Σεπτ.-Δεκ. 2008), 92-94.

Ανάμεσα στους Κυπρίους που υπηρέτησαv τον Ελληνικό στρατό από υπεύθυνες θέσεις πoυ το Έθνος μαχόταν στα πολεμικά πεδία για την απελευθέρωση των σκλαβωμένων του εδαφών περιλαμβάνεται και ο ηρωικός συνταγματάρχης Φώτιος Πανταζής. Η συμμετοχή του στον άτυχο Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897, στους απελευθερωτικούς βαλκανικούς αγώνες του 1912-1913 και στον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο, σε συνδυασμό με την ανδρεία πoυ επέδειξε υπηρξε ιδιαίτερα τιμητική τόσο για τον ίδιο όσο και για τηv κωμόπολη της Κυθρέας από τηv oπoiα καταγόταν.

Ο Φώτιος Πανταζής γεννήθηκε το 1867 στην ενορία Αγίoυ Αvδρονiκου της κατεχόμενης σήμερα από τα Τουρκικά στρατεύματα εισβολής Κυθρέας. Οι γονείς του Μιχάλης Χάτζου και Δέσποινα, απέκτησαν εκτός από τον Φώτιο και άλλα τρία παιδιά, τον Κωνσταντίνο Πανταζή (Κορέλλης 1982, 183) ο οποiος σπούδασε ιατρική και ειδικεύτηκε στην ωτοριvολαρυγγολογία, τον Κυριάκο πoυ κατοίκησε στη Λεμεσό και τον Χατζηχριστόδουλο πιο γνωστό ως Χάτζιο, ο οποίος έζησε όλη τη ζωή του στην Κυθρέα. Ο Κωvσταντlνος Πανταζής μετά την αποφοίτησή του από την Ελληνική Σχολή Λευκωσίας εργάστηκε για κάποιο διάστημα ως δάσκαλος στο Αρρεvαγωγείο του Αγίου Ανδρονίκου. Στη συνέχεια σπούδασε σrο Πανεπιστήμιο Αθηνών και ακολούθως ίδρυσε κλινική στη Λευκωσία όπου και εγκαταστάθηκε. Υπήρξε ίσως ο αρχαιότερος γιατρός της Κυθρέας.

Στην πολύ μικρή ηλικία των 14 χρόνων, στα 1881, ο νεαρός Φώτιος εγκατέλειψε τηv Κύπρο και εγκαταστάθηκε στην Αθηνα όπου τελείωσε τις γuμvασιακές του σπουδές. Το όραμα της Μεγάλης Ελλάδος πoυ συνέπαιρνε τον Ελληνισμό στα τέλη του περασμένου αιώνα και η επιθυμία να βοηθήσει και αυτός με την έμπρακτη συμμετοχή του στην απελευθέρωση και της ιδιαίτερής του πατρίδας, τον οδήγησαν στις τάξεις του Ελληνικού στρατού. Η μόρφωση, η ευφυΐα και οι στρατιωτικές του ικανότητες εκτιμήθηκαν από τους ανωτέρους του και σύντομα προήχθη σε επιλοχία. Του δόθηκε παράλληλα η ευκαιρία να διεκδικήσει με εξετάσεις την είσοδό του στη Σχολή Υπαξιωματικών όπου πέτυχε από τους πρώτους. Κατά τη διάρκεια δε της τετράχρονης στρατιωτικής του φοίτησης ξεχώρισε για το ήθος και τις επιδόσεις του. Λίγο μετά την αποφοίτησή του έγινε ανθυπολοχαγός και τοποθετήθηκε στο πεζικό.

Στο όπλο αυτό τον βρήκε να υπηρετεί ο άτυχος Ελληvοτουρκικός πόλεμος του 1897. Μετέβη από τους πρώτους στηv Κρήτη πoυ είχε στο μεταξύ μεταβληθεί σε εστία πολεμικών επιχειρήσεων, όπoυ και διεκρίθη για τηv ανδρεία και τις στρατιωτικές του ικαvότητες. Στη συνέχεια υπηρέτησε σε διάφορες μονάδες συμμετέχοvτας ενεργώς στην όλη προσπάθεια αναδιοργάνωσης και εvδυνάμωσης του ελληvικού στρατού που αργότερα έμελλε να απελευθερώσει τη Μακεδονία, τηv Ήπειρο και τη θράκη. Τόσο στον Α’ Βαλκανικό πόλεμο που κηρύχθηκε από την Ελλάδα, τη Σερβία, το Μαυροβούνιο και τη Βουλγαρία εναντίον της Τουρκίας στις 3 Οκτωβρίου 1912, όσο και στον Β΄ Βαλκανικό πόλεμο που ξέσπασε τον Ιούνιο του 1913 μεταξύ Ελλήνων και Σέρβων από τη μια και Βουλγάρων από την άλλη, ο Φώτιος Πανταζής ενθουσιώδης και ορμητικός οδήγησε τη μονάδα του σε περιφανείς νίκες πολεμώντας στην πρώτη γραμμή του μετώπου. Προς το τέλος όμως του πολέμου τραυματίστηκε σοβαρά από βουλγαρική σφαίρα που τον έπληξε στον λαιμό και που διαπέρασε την κάτω του σιαγόνα. Το τραύμα αυτό του προκάλεσε σοβαρά προβλήματα υγείας, γεγονός που τον κράτησε για αρκετό διάστημα μακριά από το στρατό. Είναι χαρακτηριστικό ότι αδυνατούσε να δεχθεί στερεή τροφή ακόμη και μετά την έξοδό του από το vοσοκομείο. Eπίσης δεν μπορούσε να μιλήσει ευκρινώς αφού η σφαίρα του είχε αποκόψει το υπογλώσσιο νεύρο. Μετά το τέλος του πολέμου τιμήθηκε για τη συμβολή του στην απελευθέρωση των σκλαβωμένων ιστορικών Ελληνικών πατρίδων με παρασημοφορία και ειδικό μετάλλιο ανδρείας.

Στο μεταξύ ξέσπασε ο Α’ Παγκόσμιος πόλεμος (1914-18) στον οποίο η Ελλάδα εισήλθε το 1917, μετά από αρκετές εσωτερικές πολιτικές διαμάχες. Ο Φώτιος συμμετείχε και στον αγώνα αυτό με το βαθμό του ταγματάρχη τον oποίο απέκτησε στα πεδία των μαχών κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων. Οι στρατιωτικές του ικαvότητες απέβησαv για άλλη μια φορά πολύτιμες για τον ελληνικό στρατό που τον τίμησε και σε αυτό τον πόλεμο με μετάλλιο ανδρείας. Τιμήθηκε επίσης για τη συνολική του προσφορά και από την πολιτεία με το Χρυσό Σταυρό του Σωτήρος. Τρία χρόνια αργότερα, στα 1921, προήχθη (Κυπριακός Φύλαξ, 16.2.21) σε αντισυνταγματάρχη και του ανετέθη η Διοίκηση του 25ου Συντάγματος που έδρυε στη Μακεδονία. Αποστρατεύθηκε τελικά με το βαθμό του συνταγματάρχη.

Tηv Κύπρο επισκέφθηκε (Ελευθερία, 1.7.1925) το 1925 μετά από 44 χρόνια συνεχούς παραμονής στηv Ελλάδα. Μαζί με τηv Ελλαδίτισσα σύζυγό του Μαρία Λiντη αφίχθηκε στη Λευκωσια τον loύνιο του 1925 και φιλοξενήθηκε από τον αδελφό του Κωvσταντίvο μέχρι τον Οκτώβριο που επέστρεψε στην Αθήvα. Λίγες μέρες αργότερα επισκέφθηκε (Ελευθερία, 11.7.1925) τηv Κυθρέα όπoυ του έγινε μεγαλειώδης υπoδoxή. Αντιπροσωπεία κατοίκων μαζί με τον αδελφό τoυ Χατζηχριστόδουλο που κρατούσε ελληνική σημαία, τον συνώδευσε πεζή από την Λευκωσία στην Κυθρέα. Ακολουθούσε, με αυτοκίνητο όμως, ο συνταγματάρχης με τη γυναίκα του. Την πoμπή ανέμεναν λίγο έξω από τηv κωμόπολη, στην τοποθεσία “Σγαφτό”, πλήθος κατοίκων, αρκετοί από τους οποίους κρατούσαν σημαίες και λάβαρα, με επικεφαλής τον Δήμαρχο και τους δασκάλους Παπαμιλτιάδη, Αριστόδημο Σπανό και Χαράλαμπο Χατζηδά. Η άφιξή του έγινε δεκτή με στρατιωτικό εμβατήριο που σάλπισε νέος του χωριού και ζητωκραυγές του κόσμου. Μετά την προσφώvηση του Δημάρχου Λεμονοφιδη και τηv αντιφώνηση του συvταγματάρχη όλοι μετέβησαν στον ναό Αγίoυ Αvδpovίκoυ όπου τελέστηκε παvηγυρική δοξολογία. Έψαλλε η χορωδία του ιερού ναού Φανερωμένης πoυ είχε προοσκληθεί ειδικά για τον λόγο αυτό.

Πριν από τηv αναχώρησή του σπό τηv Kύπρo ο συνταγματάρχης Φώτιος Πανταζής επισκέφθηκε το Παγκύπριο Γυμνάσιο και απηύθυvε προς τους μαθητές τον πιo κάτω λόγο (Ελευθερία, 24.10.1925):

«Κύριοι καθηγηταί,
Εύελπις μαθητιώσα νεολαία,
Επανελθών εις την φιλτάτην μου Κύπρον, μετά μακράν αποδημία 44 όλων ετών, εθεώρησα καθήκον μου να επισκεφθώ το Πρότυπον εν τη Ανατολή Γυμνάσιον μας, ούτινος η φήμη έφθασεν πολύ πέραν αυτής, ίνα βεβαιωθώ αυτοπροσώπως περί της προόδου υμών των μαθητών. Επειδή όμως το άριστον τούτο εκπαιδευτήριον ήργει κατά την εποχήν της αφίξεώς μου λόγω της εποχής του έτους, ανέβαλον την επίσκεψίν μου διά σήμερον, παραμονήν της αναχωρήσεώς μου. Επί τη ευκαιρία ταύτη παρακαλώ να μου επιτρέψητε να κάνω συστάσεις τινάς, καίτοι λόγω τραύματος του υπογλωσσίου νεύρου μου τραυλίζω ολίγον τι. Αναλογιζόμενος, παιδιά μου, ότι είσθε οι μέλλοντες αναπληρωταί σύμπαντος του επιστημονικού κόσμου της σήμερον και πάντων εν γένει των επιλέκτων της πολιτείας, σας συνιστώ επιμέλειαν, ης βεβαίως δεν στερείσθε, ίνα καταστήτε αριστείς και αναπέμπω τας θερμοτέρας των ευχών μου εις την Θεάν της ευφυΐας όπως σας επιβοηθεί εις τούτο. Και διότι εκ πείρας γνωρίζω και διότι προϊόντος του χρόνου αλλάσσουν αι συνθήκαι του βίου, φρονώ ότι αι μετριότητες θα περιφρονώνται εκ της κοινωνίας και αναμφισβήτως θα βιοπαλαίσωσι χωρίς να απολαμβάνωσι τα του ζειν οπότε μυριάκις προτιμότερον να τραπώσι εις βιοποριστικόν επάγγελμα και μη ματαιοπονώσι χάνοντες πολύτιμον χρόνον και χρήμα προς επιστημονικήν μόρφωσιν.

Περαίνων αγαπητά μου παιδιά τας ελαχίστας ταύτας συστάσεις μου δεν θα παραλείψω του να συστήσω υμίν, ίνα οσάκις συσκέπτεσθε μετά των προσφιλών σας γονέων ή κηδεμόvων σας ή και κατ’ ιδίαν ακόμη, να μη λnσμοvείτε και το στρατιωτικόν επάγγελμα, όπερ αρμόζει εις τους φύσει ζωηρούς, διότι η τάλαινα Κύπρος μας, αν και αποτελεί μέγα τμήμα του Ελληνισμού, δεν αντιπροσωπεύεται επαρκώς εις τα στελέχη του ελληνικού στρατού. Οι εν τω ελλnνικώ στρατώ υπηρετούντες σήμερον Κύπριοι αξιωματικοί μετρούνται επί των δακτύλων τnς μιας χειρός. Να πήτε αυτά παρακαλώ εις τους απουσιάζοντας συμμαθητάς σας. Σας διαβεβαιώ δια του επισημοτέρου τρόπου ότι είμαι και θα είμαι, πρόθυμος να σας παράσχω πάσαν σχετικήν πληροφορίαν, οσάκις ηθέλετε να μου την ζητήσετε. Χαίρετε!»

Αναχωρώντας από την Κύπρο το ζεύγος Πανταζή πήρε μαζί του και την Ειρηνιά Σταυρή Πιττάκα από την Κυθρέα, ηλικίας τότε 8 χρονών, με σκοπό να την υιοθετήσει αφού οι ίδιοι δεν είχαν παιδιά (Πέτσας, ανέκδοτο σημείωμα). Στο διάστημα που η νεαρή Ειρηνιά παρέμεινε στnν Ελλάδα έγινε μάρτυρας της μεγάλnς τιμής που απέδιδαν σε κάθε ευκαιρία οι κότοικοι των Αθηνών στον πολεμιστή του 1897, του 1912-13 και του Α’ Παγκοσμίου πολέμου. Τις περισσότερες φορές μόλιστα τον υποδέχονταν όρθιοι και του παρείχαν πρωτοκαθεδρία. Εντυπωσιακός ήταν επίσnς και ο καλλιγραφικός τρόπος που σuνέτασσε τις επιστολές και τα κείμενά του. Στην Αθήνα η Ειρnνιά παρέμεινε για 4 περίπου χρόνια μέχρι το θάνατο του Φωτίου Πανταζή οπότε και επέστρεψε στην Κύπρο.

Οι πολύχρονες ταλαιπωρίες από τη συμμετοχή του στις πολυάριθμες πολεμικές εκστρατείες με τnν πάροδο του χρόνου επέδρασαν αρνητικά στnν υγεία του. Αρχικά προσβλήθηκε από γόγγραινα και στη συνέχεια λόγω καρδιακών προβλημάτων οδηγήθnκε στον τάφο. Ο συνταγματάρχης Φώτιος Πανταζής πέθανε τελικά στις 10 Οκτωβρίου 1929 σε ηλικία 62 ετών από καρδιακή προσβολή (Λαϊκή, 19.10.1929, Ελευθερία, 12.10.1929, Φωνή της Κύπρου, 12.10.1929). Τάφηκε με στρατιωτικές τιμές και με δαπόνες της πολιτείας, ελάχιστn ανταμοιβή των πολυτίμων υπηρεσιών που παρείχε προς το έθνος για 4 σχεδόν δεκαετίες.

http://eleftheri-kythrea.com/images/Issues_pdf/92/92_Part30.pdf