ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑΤΑ

Από τα “Δίσεχτα χρόνια” του Πέτρου Στυλιανού

Τα κατάψυχρα υγρά κελιά του εφτά, ιδιαίτερα μέσα στις παγωμένες μέρες και τις ακόμα παγερότερες νύχτες του Γενάρη και του Φεβράρη του 56 χαράσσονται σ’ όσους ζουν κει μέσα, βαθιά στη σκέψη. Με τις λίγες ακάθαρτες κουβέρτες τους πρέπει να φτειάξουν το κρεββάτι πάνω στα σκληρά σανίδια μιας στρωμνής, που το ύψος της δεν ξεπερνάει το ένα πόδι, και να προστατευθούν ταυτόχρονα από το φοβερό χειμωνιάτικο κρύο, που τούτη τη χρονιά είναι πιο τσουχτερό από κάθε άλλη προηγούμενη. Το ίδιο παγωμένα – μα και χειρότερα ακόμα, μιας και δεν υπάρχει άλλος όροφος – είναι τα κελλιά των μελλοθάνατων.

Όταν μια φορά τη βδομάδα ο Κεμάλ οδηγάει τους υπόδικους και τους μελλοθάνατους στο μπάνιο του μπλοκ τέσσερα, για ένα τέταρτο της ώρας, νιώθουν τη ζεστασιά να απονεκρώνει τα κατάψυχρα, παγωμένα πες, μέλη του κορμιού.

– Μόνο σ’ αυτό το τέταρτο, λέει στον Τεύκρο ο Μιχαήλ, νιώθω τη ζεστασιά. Το κρύο απ’ το παγωμένο τσιμεντοκούτι του μπλοκ μας βελονιάζει νυχτοήμερα τα κόκαλα. Μα για τη λευτεριά της πατρίδας χαλάλι της και τούτη η θυσία…

Μέσα-μέσα σαν κάνουνε το αξερσάιζ, η μπάλα από το γειτονικό μπλοκ – το μπλοκ ενιά, που βρίσκονται κρατούμενοι – ξεφεύγει, πέφτοντας στη φυλακή των οκτώ αντρών. Αρπάζουνε τότες με το ’να χέρι, το λεύτερο, την μπάλα κι ανταλλάσσουνε στα πεταχτά και στα γρήγορα «πάσες». Πασάρει ο Δημητρίου στον Ζάκο, ο Μιχαήλ στον Ιωακείμ και βαράνε σουτ στο βορινό τοίχο, ενώ ο Τούρκος μπήγει τις φωνές χαλώντας κυριολεκτικά το κόσμο, για να πάρει πίσω την μπάλα […].

Μια-δυο φορές έτυχε να περνάει από μπροστά τους – σαν έλαχε να κάνουνε εξερσάιζ – κατευθυνόμενος στο οχτώ ο παπα- Αντώνης Ερωτοκρίτου. Νιώθουνε τότες μιαν ανέκφραστη ανακούφιση σαν αντικρύζουνε στο φοβερό κι απαίσιο εκείνο πουρκατόριο Έλληνα και μάλιστα παπά. Από το τέλος κιόλας του Γενάρη του 56 και τις αρχές του Φεβράρη πολύ σπάνια Έλληνας δεσμοφύλακας επιτρεπόταν να δρασκελίσει το δικό τους μπλοκ. Σαν ρομαντική ανάμνηση αναθυμόταν ο Ρωμανός τη «χρυσή  παλιά εποχή», αρχές Γενάρη του 56 – που ένας κοινός με τον Τεύκρο φίλος Έλληνας δεσμοφύλακας, ο Παναγιώτης Ιωσήφ, του ’χε δώσει με μύριες προφυλάξεις δυο-τρεις καραμέλες. Ακόμα κι ο κατάδικος που τους μοιράζει την καραβάνα το μεσημέρι καθώς και το «καππακλί» βράδυ-πρωί μέσα στα κελλιά είναι Τούρκος, χτυπημένος στο μυαλό απ’ τη σύφυλη, που καταδικάστηκε γιατί σκότωσε ύστερα από γλέντι φίλο του με σουγιά· η κατηγορία μετατράπηκε σ’ ανθρωποκτονία αντί για φόνο, γιατί βρέθηκε πως βρισκότανε σε «κατάσταση αμύνης». Έτσι σαν όρντερλη του μπλοκ ξεδιάλεξαν τούτο το καθυστερημένο άτομο. Είναι όμως Τούρκος, – κι αυτό μετράει στούτες τις αγκουσεμένες ώρες – και μάλιστα απ’ το Κιόνελι.

-Χαίρετε παιδιά! Τους χαιρετάσει χαμηλόφωνα ο παπάς. Και το χαιρετισμό του εκείνο τον νοιώθουνε σαν τον ωραιότερο, σαν τον καλύτερο χαιρετισμό που μπορούσε να τους στείλει η πατρίδα, μέσω ενός Έλληνα παπά στο φοβερό εκείνο γκέττο.

[…]

Κάθε μέρα και κάθε βράδυ – κάθε δίωρο για την ακρίβεια – οι υπόδικοι έχουνε την αλλαγή της βάριας της εγγλέζικης φρουράς, στο μπλοκ οχτώ. Ένας Εγγλέζος δεκανέας συνοδεύει τους δυο ένοπλους Εγγλέζους στρατιώτες – που αντικαθιστούν τους άλλους φρουρούς των μελλοθάνατων – και τους οδηγάει με δυνατές φωνές και προσταγές – που μοιάζουν μ’ άγρια ουρλιαχτά στον τόπο της φρούρησης. Μια ολόκληρη απαράδεκτη υποκριτική ιεροτελεστία, μια ολόκληρη στρατιωτική θεατρική φάρσα που διαρκεί κάπου ένα τέταρτο – από την ώρα που ακούονται από κατοσταριές μέτρα μακρά οι φωνές των στρατιωτών που πλησιάζουν, ως την ώρα που απομακρύνονται, σπάζει την απόλυτη ησυχία της παγωμένης νυχτιάς, που την ταράζουν μόνο τα βαριά βήματα των Τούρκων βαριάνων στο τσιμέντο του χωλλ.

Τούτη τη νυχτιά, θα είναι περασμένα τα μεσάνυχτα, ακούεται στα εγγλέζικα αγανακτισμένη, δυνατή, η φωνή του Καραολή, που δεν μπορεί άλλο ν’ αντέξει τούτη τη φαρισσαϊκή υποκρισία, και το θόρυβο που τρυπούσε το μυαλό.

– Σκασμός παλιοδολοφόνοι! Αντέστε στο διάολο με τις παράτες σας, παλιομαϊμούνες.

Καμιά όμως απάντηση δεν ήρθε μ’ όλο που το βρισίδι ήταν ευδιάκριτο. Απλώς οι φωνές συνεχίστηκαν στον ίδιο τόνο – αν όχι και πιο δυνατές – όσο που αποχώρησε η φρουρά κι αποκαθιστόταν λίγο η γαλήνη. Σε δυο ώρες όμως πάλιν, τα ουρλιαχτά ξανάρχιζαν, ξαναξεσκίζοντας τη νεκρική σιγή του χώρου και ταράζοντας ολονών τον ύπνο, υπόδικων και μελλοθάνατων.

– Σε ποιον θα μπορούσαμε να καταγγείλουμε τούτα και ποια αποτελεσματικότητα θα μπορούσε να ’χει μια οποιαδήποτε σχετική καταγγελία; Αναρωτήθηκε μια μέρα ο Ζάκος, συνομιλώντας με τον Τεύκρο.

-Θα πρέπει να κατατοπίσουμε, στις επισκέψεις που έχουμε με τους δικούς μας, τους δικηγόρους μας, απάντησε ο Τεύκρος. Αυτοί με τη σειρά τους θα πρέπει να καταγγείλουν διεθνώς τούτη την απαράδεχτη και βάρβαρη κατάσταση. Μα ουσιαστική λύση, εκτός από τη θεωρητική καταγγελία, άλλη καμμιά δε βλέπω να βγαίνει.

-Δεν τους αντέχω άλλο, μωρέ Τεύκρο, τόνισε από δίπλα ο Μιχαήλ. Έτσι μου φαίνεται πως αν μπορέσω και βγω μια στιγμή από ’δω μέσα, θα τους πιω το αίμα!

-Κουράγιο σύντροφε, τόνισε ο Τεύκρος, ας σφίξουμε τα δόντια, ας σφίξουμε τις γροθιές μας κι ας ορκιστούμε να μην αφήσουμε – όσοι τουλάχιστον ζήσουνε από μας – από τις ψυχές μας και τις μνήμες να σβηστούν εύκολα όλα τούτα…

Ο Μιχαλάκης Καραολής σαν είδε πως η κατάσταση συνεχιζόταν έγραψε μια επιστολή – καταπέλτη στον Άιρονς διαμαρτυρόμενος για τούτη την ανήθικη συμπεριφορά των Άγγλων στρατιωτών, ενώ οι υπόδικοι, με εισήγηση του Τεύκρου, κηρύξανε απεργία πείνας.

Ύστερα απ’ αυτό ο Άιρονς εξαναγκάστηκε να επισκεφτεί στο κελί του τον Καραολή για να του ζητήσει να δώσει με τη σειρά του εξηγήσεις σχετικά με το περιεχόμενο της επιστολής του.

– Δέχομαι τις καταγγελίες, του ανέφερε. Τι έφταιξα όμως εγώ και μου επιτίθεσαι στην επιστολή, μια και ξέρεις πως δεν ευθύνομαι προσωπικά για όσα έγιναν;

– Τότε να επέμβεις για να σταματήσουν, ήταν η απάντηση του Καραολή.

Πραγματικά τα επεισόδια σταμάτησαν για λίγες μέρες – μια φήμη, μάλιστα, διαδόθηκε από τους Τούρκους δεσμοφύλακες πως ένας Εγγλέζος δεκανέας καθαιρέθηκε – μα σε λίγες μέρες επαναλαμβάνονταν οι ίδιες σκηνές. Στο μεταξύ ο βάρβαρος τρόπος εναλλαγής της φρουράς ποτές δε σταμάτησε.

Ο Τεύκρος δεν μπόρεσε να αντέξει τα δάκρυα που άρχισαν μια μέρα να κυλούν απ’ τα μάτια του Δημητρίου σαν οι φρουροί συνέχιζαν – μ’ όλες τις διαμαρτυρίες του – να χτυπούν με τους υποκόπανους και τις ξιφολόγχες τα σίδερα του οχτώ για να του σπάσουνε τα νεύρα και να του λυγίσουν το φρόνημα. Και τα δάκρυα του Δημητρίου δεν ήσαν καθόλου έκφραση κάμψης του αγωνιστικού του φρονήματος. Ήσαν, αντίθετα, έκφραση της αλύγιστής του θέλησης να μην υποκύψει με κανένα τρόπο, ήσαν η εξωτερίκευση της αγανάκτησης που ξεχύλιζε για τη μικρότητα των ανθρώπων που ξεπέφταν σ’ αυτό το κατάντημα και που πρόσφευγαν και σ’ αυτά ακόμα τα μέσα για να λυγίσουν τη χαλύβδινη θέληση των παιδιών της Κύπρου.

Ο Τεύκρος πριν αποκοιμηθεί έδωσε ένα όρκο…

– Αν ζήσω από τούτο το πουρκατόριο, ορκίζομαι πως δεν θ’ αφήσω να σβήσουν τούτα τα βασανιστήρια και τα δικά μας μα και των συντρόφων μας μελλοθάνατων. Ορκίζομαι πως θα τα κάμω χτήμα του λαού μας για να δει πόσο άνισος, πόσο δύσκολος, πόσο τραχύς και ανάντης στάθηκε για μας, μα πιο πολύ για τους συντρόφους μελλοθάνατους ο δρόμος της λευτεριάς. Αν ζήσω ορκίζομαι καμιά πτυχή άγνωστη τούτου του μαζοχιστικού, του μακάβριου παιγνιδιού που παίζεται σε βάρος μας να μη μείνει, και για να μη παραχαραχτεί ποτές απ’ τη μνήμη ο ανήθικος πόλεμος νεύρων των αποικιοκρατών. Ο Τεύκρος καταγράφει τη νύχτα τα συναισθήματα που δονούν την ψυχή του και την ψυχή των άλλων συντρόφων του ανταρτών, σ’ ένα πρόχειρο χαρτί.

Τα ουρλιαχτά μεσ’ τη νύχτα
που ξεσκίζουν τη γαλήνη του ύπνου μας
τοξεύουν κατευθείαν στο ψυχισμό μας
και ζητούν τη συνθηκολόγησή μας.

Τούτες οι άγριες κρωξιές και παραγγέλματα
κάθε που ακούονται δίωρο
που ξεσκίζουν τις παγωμένες χειμωνιάτικες νύχτες μας
στοχεύουν αποκλειστικά στην απαντοχή μας
και ζητούν την παράδοσή μας.

Οι παράτες, οι εμπαιγμοί,
οι φοβέρες κι οι ειρωνείες των πραιτωριανών
που πληγώνουν το φως της μέρας
θέλουν να συρρικνώσουν το θάρρος μας
και να κουρελιάσουν
το μήνυμα της άνισης πάλης μας.

Τα πιστόλια που σημαδεύουν
καθημερινά τα στήθια μας
στρέφονται πρώτιστα
στην ψυχή της ίδιας της πατρίδας
που σαρανταπληγωμένη ακόμ’ αντιμάχεται.

Τούτα τ’ απελπισμένα ξαφρίσματα
του θυμού και της λύσσας τ’ αντίπαλου
διαμηνούν ακόμα μέσ’ της νύχτας το μούχρωμα
τ’ αντηλάρισμα μιας καινούργιας
ολόφωτης μέρας.

***

Ακριβώς απέναντι στο οχτώ είναι η κρεμάλλα. Είναι ένα κλειστό πέτρινο δωμάτιο, από μια μεγάλη δοκό της οροφής του οποίου κρέμουνται τρεις θηλιές του σκοινιού για τρεις ταυτόχρονες – ομαδικές εκτελέσεις. Στα δεξιά της εισόδου της κρεμάλλας σ’ ένα τοίχο κρέμουνται – έτοιμοι να τεθούν σε χρήση- οι χειροπέδες με τις οποίες δένουνται πιστάγκωνα τα χέρια των μελλοθάνατων, το κολάνι που δένουνε τα πόδια τους κι η άσπρη κουκούλα που σκεπάζουν το πρόσωπό τους.

Μέσα – μέσα σαν επιστρέφουνε από το οχτώ οι υπόδικοι αντάρτες ρίχνουνε στα πεταχτά απ’ το ψηλό παράθυρο της κρεμάλλας μια βιαστική ματιά στο εσωτερικό της. Μερικοί που καταφέρνουν να δουν ακριβέστερα περιγράφουνε τη διάρθρωσή της στους υπόλοιπους.

– Έτοιμη την έχουν οι καννίβαλοι, ανάγγειλε στους άλλους μια μέρα ο Ζάκος. Όλα βρίσκουνται στη θέση τους, έτοιμα να μας «εξυπηρετήσουν»…

Κείνες τις μέρες μια ομάδα από Εγγλέζους, μπήκε μέσα στην κρεμάλλα. Έκαναν, φαίνεται, ένα γενικό «τεστ» του μηχανισμού.

***

Αρχές του Φεβράρη άρχισε να χτίζεται έξω από το συγκρότημα του εφτά ένα παράξενο περιτοίχισμα. Κάθε υπόδικος που πηγαίνει ίσαμε το φρουραρχείο για να κάμει επίσκεψη – λίγο αργότερα οι επισκέψεις θα γίνονταν μέσα στο ίδιο το μπλοκ, αφού περιφράχτηκαν με πυκνό διχτυωτό ττέλι τα σίδερα των κελιών – αντικρύζει μια ντουζίνα εργάτες, κατάδικους του κοινού ποινικού μητρώου – ανάμεσά τους και μερικούς ανήλικους πολιτικούς κατάδικους – να δουλεύουν εντατικά και ν’ ανυψώνουν ένα περιτοίχισμα. Οι υπόδικοι άρχισαν να ψυλιάζονται.

Θα κάνουνε επέχταση του συγκροτήματος του εφτά, είπε κάποιος. Δε θα μας χωράνε σε λίγο τα δυο μπλοκ, πρόστεσε.

-Δε μου φαίνεται να ’ναι έτσι τα πράματα, πετάχτηκε ο Ζάκος. Νεκροταφείο φτειάχνουν οι Εγγλέζοι για να μας θάψουν – αν μας εκτελέσουν – μέσα στις φυλακές, γιατί φοβούνται τις λαϊκές κινητοποιήσεις στις ταφές των κορμιών μας.

Όλοι πίστεψαν πως ο Ζάκος πέτυχε διάνα κι έκαμνε την ορθολογιστικότερη πρόβλεψη. Μια παγερή σιγή απλώθηκε σε λίγο μετά την ορθή διαπίστωση του Ζάκου. Η σιγή εξέφραζε και την αποδοχή της άποψης, μα και τον αποτροπιασμό για το νέο τούτο προετοιμαζόμενο φρικιαστικό έγκλημα. Ο καθένας – έστω και νεκρός- θα ’θελε να ξαναπεράσει στα χέρια των δικών του. Κι η σκέψη πως υπήρχε βάσιμη πιθανότητα ούτε και νεκροί να μην ξανασμίξουνε με τους αγαπημένους τους, τους έκανε να νοιώθουνε μια λύπη ανέκφραστη ανάμιχτη μ’ ένα θανάσιμο μίσος για τους τύραννους που σκλάβωναν τα κορμιά τους ζωντανά και που θέλανε και τα νεκρά τους σώματα να τα κρατήσουν αιώνια, όσο θα διαρκούσε εδώ στη γη μας η εγκληματική παρουσία τους…

Μα σύντομα, σε ελάχιστα δευτερόλεπταμέσα, ξαναρχόταν το ηρωικό στοιχείο. Κι ερχόταν η ορθή διαπίστωση κι η βαριά επίγνωση που απάλυνε τον πόνο:

– Ο δικός μας ο θάνατος, αδέλφια, μίλησε κάποιος, δεν μπορεί παρά να σημαδέψει και να συντομέψει ταυτόχρονα, μοιραία την οριστική εξαφάνιση των αποικιοκρατών από το νησί μας.

– Φίλοι! Ένας λαός ολόκληρος, ένας μαχόμενος από χιλιάδες χρόνια τώρα σκλαβωμένος ελληνισμός – μίλησε ο Τεύκρος – καρφώνει τούτες τις στιγμές, πάνω μας τη ματιά, πιστεύοντας με απόλυτη βεβαιότητα πως τα παιδιά του θα τιμήσουν επάξια την ιστορική τους αποστολή και τον επαναστατικό τους ρόλο που μόνοι – αυταναγκαστικά, κι όχι εξαναγκαστικά – αναλάβαμε.

– Ας τους δείξουμε με τις στροφές του ύμνου στη λευτεριά, φώναξε ο Μιχαήλ, πως με τίποτα δε σκιαζόμαστε.

Τα τσιμεντένια κλουβιά δονήθηκαν άλλη μια φορά απ’ τις αθάνατες στροφές του εθνικού ύμνου.
Πριν κλείσουνε τα μάτια ένας όμορφος αντρικός σκοπός φτάνει στ’ αυτιά τους, φερμένος απ’ το μπλοκ των μελλοθάνατων, με τη φωνή του Μιχαλάκη Καραολή.

Αν βουληθώ να σ’ αρνηθώ
να σ’ απολησμονήσω,
να μην ευρώ νερό να πιω
και ρούχα να φορήσω.

Αν σ’ αρνηθώ φιλώ σταυρό,
κι όρκο βαρύ σου κάνω,
αν σ’ αρνηθώ αγάπη μου,
να γύρω να πεθάνω…

Ο Τεύκρος σέρνει πάνω στη φανέλα του – οι πραιτωριανοί τους πήραν και το τελευταίο κομμάτι χαρτιού – τούτους τους στίχους.

Όμως εμείς δεν πρόκειται
σαν τον ποιητή
τα χέρια να σταυρώσουμε!
ούτε στις κλαίουσες,
δακρυρροούσες πάντα, ανάερες ιτιές
τις λύρες να κρεμάσουμε
Όμως εμείς δεν πρόκειται
σαν τον ποιητή
τα χέρια να σταυρώσουμε!
ούτε στις κλαίουσες,
δακρυρροούσες πάντα, ανάερες ιτιές
τις λύρες να κρεμάσουμε
γι’ αυτήν που πια δεν θα ξανάρθει
στην έρημη ζωή μας!

Μα το δαυλό και το ντουφέκι ξαναδράχνοντας
θα ξαναζωντανέψουμε του Αρκαδιού,
της Κλείσοβας και του Μεσολογγιού
τον όμορφο θρύλο.
και ’κείνη θα ξανάρθει!

Η αποφασιστικότητα έτσι όχι μονάχα δε χαλαρώνεται, μα αντίθετα τσιμεντώνεται και σφυρηλατείται ακόμα πιο πολύ. Κι όταν αργότερα γύρω στα μέσα του Φεβράρη, δημοσιεύτηκε η είδηση της ανέγερσης του νεκροταφείου μαζί με την πληροφορία πως «τούτο εφράχθη με υψηλούς τοίχους, επί του άνω μέρους των οποίων ετοποθετήθησαν τεμάχια υάλου, εικάζεται δε ότι ο χώρος θα χρησιμοποιηθεί ως κοιμητήριον εν περιπτώσει εκτελέσεως θανατοποινιτών», η είδηση διαβάστηκε απ’ όλους, μελλοθάνατους κι υπόδικους, στο εφτά, χωρίς να προκαλέσει καμμιά ιδιαίτερη συγκίνηση. Τα νεύρα ήσαν κι όλας ατσαλωμένα, έτοιμα για κάθε συνεπακόλουθο…

Πάνω σ’ ένα κουρελόχαρτο ο Τεύκρος πρόλαβε και χάραξε τούτους τους στίχους:

Τούτα τα χτυπήματα
με τους κασμάδες
και τα φτυάρια
στο γειτονικό τετράγωνο
το δικό μας νεκροταφείο θεμελιώνουν
τ’ άψυχο ακόμα κορμί μας
στα χέρια των δικών μας
να μην πέσει.

Τόσο φοβούνται τη λαϊκή οργή
– που φουντώνει και θεριεύει-
που και νεκρά ακόμα
τα κορμιά μας σκιάζονται
τι τον ύπνο τους
ταράζουν εφιάλτες
για τούτο το άδικο
που μηχανεύονται στη γης μας.

Σημ. Το έργο του Κυθρεώτη αγωνιστή Πέτρου Στυλιανού εκδόθηκε για πρώτη φορά στη Λευκωσία το 1979. Ανατυπώθηκε δε με τη στήριξη του Σ.Ι.Μ.Α.Ε. και του Δήμου Κυθρέας το 2025, με αφορμή τη συμπλήρωση 70 χρόνων από την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα της ΕΟΚΑ.

Σχετικά δημοσιεύματα: