Η Κυθρέα είχε σοβαρά πλεονεκτήματα για τη δημιουργία και λειτουργία νερόμυλων και διατήρησή τους μέσα στους αιώνες.

  1. Τη σταθερή και ικανοποιητική ροή νερού από την πηγή του Κεφαλόβρυσου.
  2. Με μικρή εκτροπή μπορούσε να εξασφαλιστεί το απαιτούμενο ύψος υδατόπτωσης και να γίνουν μόνιμες εγκαταστάσεις.
  3. Γειτνίαση με την πεδιάδα της Μεσαορίας που ήταν σημαντική σιτοπαραγωγική περιοχή.
  4. Γειτνίαση με τα καταναλωτικά κέντρα.

Χάρη στα άφθονα νερά της πηγής και την κατάλληλη μορφολογία του εδάφους, η Κυθρέα είχε τη μεγαλύτερη συγκέντρωση υδροκίνητων αλευρόμυλων στην Κύπρο. Ιστορικές αναφορές στους νερόμυόυς της Κυθρέας ανάγονται στην περίοδο της Φραγκοκρατίας, συνεχίστηκαν επί Βενετών και αυξήθηκαν μετά την κατάκτηση της Κύπρου από τους Οθωμανούς (1571). Ήδη από την αρχή της περιόδου, στην πρώτη πληθυσμιακή και φορολογική επισκόπηση των Οθωμανών το 1572, σημειώνονται 33 νερόμυλοι στην Κυθρέα, σηματοδοτώντας μια νέα φάση της ιστορίας τους υπό τους νέους κυριάρχους.

Η Κυθρέα δεσπόζει της πεδιάδας της Μεσαορίας, και η παρουσία μεγάλου αριθμού αλευρόμυλων σε τόσο μικρή απόσταση από τον σιτοβολώνα της Κύπρου αλλά και από την πρωτεύουσα, της προσέδιδε οικονομική αλλά και στρατηγική σημασία. Σε περιπτώσεις εξεγέρσεων, η κατάληψη των μύλων της Κυθρέας ήταν καθοριστική για την τροπή των γεγονότων, εφόσον σήμαινε στέρηση της τροφοδοσίας της πρωτεύουσας. Παράλληλα, οι πολυάριθμοι και ιδιαίτερα αποδοτικοί μύλοι της Κυθρέας ήταν περιζήτητες προσοδοφόρες επιχειρήσεις. Δεν είναι τυχαίο ότι συχνά τις βρίσκουμε στην κατοχή σημαντικών αξιωματούχων, όπως ο Χατζηγεωργάκης Κορνέσιος, ή θρησκευτικών ιδρυμάτων.

Κατά την περίοδο της βρετανικής διακυβέρνησης οι περισσότεροι μύλοι της Κυθρέας περνούν σταδιακά στην κατοχή ιδιωτών, ο αριθμός τους ωστόσο παραμένει σταθερός. Ο Sir Samuel Baker, που διέσχισε έφιππος την Κυθρέα το 1879, παρατήρησε ότι, λόγω έλλειψης επιστημονικού ελέγχου και σχετικής νομοθεσίας, γινόταν μεγάλη σπατάλη του περισσού νερού, το οποίο θα μπορούσε να αποθηκεύεται σε δεξαμενές, τις ώρες που οι μύλοι δε λειτουργούσαν. Είχε προσέξει ότι τα σιτηρά μεταφέρονταν στους μύλους της Κυθρέας από μακρινές αποστάσεις έναντι σημαντικής δαπάνης. Έβλεπε σειρές από μουλάρια φορτωμένα από σιτάρι και κριθάρι να κουβαλούν το φορτίο από τη Λάρνακα στην Κυθρέα, για να το μεταφέρουν πάλι πίσω αλεσμένο σε αλεύρι.

Οι εύλογες ανησυχίες του Baker επαληθεύτηκαν στην πορεία του 2ού αιώνα. Η υπερεκμετάλλευση των υδάτινων πόρων παράλληλα με τη μείωση της βροχόπτωσης ήταν δύο σημαντικοί παράγοντες που συνέβαλαν στη σταδιακή έλλειψη νερού. Σε αυτούς προστέθηκε η μεγάλη ξηρασία του 1932-33, η οποία επηρέασε σοβαρά τη γεωργική παραγωγή και στέρησε την κινητήρια δύναμη των νερόμυλων. Στην Κυθρέα ειδικότερα, οι γεωτρήσεις και κυρίως η εκτροπή των νερών της πηγής για άρδευση και ύδρευση 13 χωριών της Μεσαορίας το 1956, οδήγησαν στην εξάντληση της κύριας πηγής.

Πηγές:

Σάββας Π. Χριστίδης, Κυθραία. Η πράσινή μας κοιλάδα, Λευκωσία 2003.

Ευφροσύνη Ριζοπούλου-Ηγουμενίδου, “Ο Κεφαλόβρυσος και οι νερόμυλοι της Κυθρέας μέσα από ιστορικές αναφορές” στο: Κ. Γιάλουκας (επιμ.), Πρακτικά Α΄ επιστημονικού Συνεδρίου Δήμου Κυθρέας “Χυτροι-Κυθρέα. Χιλιάδες χρόνια Ιστορίας, Πολιτισμου και Προσφοράς, Λευκωσία: Δήμος Κυθρέας 2016.